Γεωλογία

Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου οι φυσικές διεργασίες διαμόρφωσαν ένα εντυπωσιακό τοπίο, όπου εναλλάσσονται βραχώδεις απόκρημνες βουνοκορφές με βαθιές χαράδρες και πυκνόφυτες λοφοσειρές. Στο βόρειο και κεντρικό τμήμα του Εθνικού Πάρκου, δηλαδή στον Σμόλικα, το Φλάμπουρο, τη Βασιλίτσα, την Τσούκα Ρόσσα και τα όρη Λύγκου (Αυγό, Μαυροβούνι) κυριαρχούν τα οφιολιθικά πετρώματα. Αντίθετα στο νότιο και δυτικό τμήμα του, δηλαδή στην Τύμφη, στην Τραπεζίτσα και στο Μιτσικέλι, όπως επίσης και σε ορισμένα σημεία στα κεντρικά (Κούστα, Κοζιακός) και βορειοαναντολικά (Όρλιακας) επικρατεί ο ασβεστόλιθος.

Το ορεινό ασβεστολιθικό σύμπλεγμα της Τύμφης σμιλεύτηκε από το νερό εκατομμύρια χρόνια πριν δημιουργώντας το φημισμένο φαράγγι του Βίκου και την χαράδρα του Αώου. Πρόκειται για δυο από τις πλέον εντυπωσιακές περιοχές του Εθνικού Πάρκου, τόσο από άποψη αισθητικής όσο και από άποψη γεωλογικού ενδιαφέροντος. Επισκεπτόμενοι τις δύο αυτές περιοχές έχετε την δυνατότητα να δείτε σε φυσική κλίμακα την αλληλουχία των πετρωμάτων που δημιουργήθηκαν πριν από εκατομμύρια χρόνια στο βυθό της θάλασσας και τώρα, μετά από σύνθετες γεωλογικές διεργασίες, βρίσκονται σε υψόμετρα που ξεπερνούν τα 2.000 μέτρα.      Τα αρχαιότερα πετρώματα, ηλικίας 210 εκατομμυρίων χρόνων πριν από σήμερα, αποκαλύπτονται στην χαράδρα του Αώου και είναι οι γκριζόμαυροι δολομιτικοί ασβεστόλιθοι (ασβεστόλιθοι Βίγλας). Οι δολομίτες στον πυθμένα του φαραγγιού του Βίκου είναι ηλικίας 160 εκατομμυρίων χρόνων πριν από σήμερα, ενώ οι ασβεστόλιθοι στην κορυφή του φαραγγιού είναι ηλικίας 35 εκατομμυρίων χρόνων.

Η ευρύτερη περιοχή του Βίκου – Αώου εξαιτίας της μεγάλης γεωλογικής και γεωμορφολογικής της αξίας, την 1η Οκτωβρίου 2010,  χαρακτηρίστηκε ως Γεωπάρκο Βίκου – Αώουκαι εντάχθηκε στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO. Αποτελεί πλέον το 4ο αναγνωρισμένο Γεωπάρκο της χώρα μας στο οποίο περιλαμβάνονται το φαράγγι του Βίκου και του Βοϊδομάτη, η χαράδρα του Αώου, τα όροι Τύμφη, Τραπεζίτσα, Σμόλικας και Κλέφτης, η περιοχή της ένωσης των ποταμών Αώου, Βοϊδομάτη, Σαραντάπορου και οι ιαματικές πηγές Καβασίλων και Αμαράντου, το μεγαλύτερο τμήμα του Γεωπάρκου βρίσκεται εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου.

Στην περιοχή του Εθνικού Δρυμού της Πίνδου (Βάλια Κάλντα) και στις βουνοκορυφές που τον περικυκλώνουν, κυριαρχούν ηφαιστιογενή πετρώματα της σειράς των περιδοτιτών (σερπεντίνης κ.ά.) που δημιουργήθηκαν πριν από 170 εκατομμύρια χρόνια. Οι περιδοτίτες της Βάλια Κάλντα σχηματίστηκαν, σε βάθη μεγαλύτερα των 100 χιλιομέτρων από την επιφάνειά της γης, όταν τμήματά του μανδύα της γης άρχισαν να ανέρχονται προς την επιφάνεια της. Στην πορεία αυτή τα μανδυακά πετρώματα έλιωσαν μερικώς δημιουργώντας μάγμα και αφήνοντας ένα άτηκτο υπόλοιπο το οποίο είναι οι περιδοτίτες που βλέπουμε σήμερα. Το μάγμα, με τη μορφή λάβας, βρήκε διέξοδο στην επιφάνεια της γης κυρίως μέσω υποθαλάσσιων ηφαιστείων της τότε θάλασσας της Τηθύος. Η λάβα αυτή, η οποία αποτελεί το προϊόν της τήξης των ανερχόμενων προς την επιφάνεια περιδοτιτών, είναι ορατή σήμερα στο Περιβόλι, στο Μικρολίβαδο και στο Μοναχίτι.

Υπάρχουν όμως και περιδοτίτες στην Βάλια Κάλντα που παραμένουν αναλλοίωτοι από τότε που δημιουργήθηκαν στον μανδύα κάτω από την θάλασσα της Τηθύος. Αυτά τα σκληρά και αιχμηρά πετρώματα αποτελούνται από τρία ορυκτά κυρίως τα οποία λέγονται: Ολιβίνης (γκρι-πράσινο χρώμα), Πυρόξενος (τετραγωνικό σχήμα και σκούρο χρώμα), και Χρώμοσπινέλιος (μαύρο μεταλλικό χρώμα). Τα πετρώματα παρουσιάζουν γκρι, πράσινα χρώματα λόγω των συστατικών που περιέχουν ενώ στο εξωτερικό τους φαίνονται χρυσαφί-κίτρινα. Τα ορυκτά που απαρτίζουν αυτά τα πετρώματα δείχνουν σημάδια εντονότατης καταπόνησης και παραμόρφωσης από τα οποία βλέπουμε πώς κινούνται οι τεκτονικές πλάκες. Οι περιδοτίτες, οι λάβες και τα ιζήματα που βρίσκονταν στη θάλασσα «παγιδευτήκαν» μεταξύ των τεκτονικών πλακών της Αφρικής και της Ευρώπης οι οποίες και τελικά συγκρούστηκαν. Ολόκληρη η θάλασσα της Τηθύος καταστράφηκε κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα και εάν δεν υπήρχαν τα παραπάνω πετρώματα στην Βάλια Κάλντα δεν θα είχαμε στοιχεία για την ύπαρξη της.

Όταν πετρώματα όπως οι περιδοτίτες βρίσκονται κοντά στις επιφανειακές συνθήκες, το νερό τα διαπερνά σχηματίζοντας νέα ορυκτά τα οποία είναι γνωστά ως ορυκτά της ομάδας του σερπεντίνη. Τα πετρώματα που αποτελούνται εξολοκλήρου από σερπεντίνη λέγονται σερπεντινίτες. Υπάρχουν αρκετοί σερπεντινίτες στην Βάλια Κάλντα αλλά όλοι ήταν κάποτε περιδοτίτες. Οι σερπεντινίτες είναι συνήθως μάυροι, σκούροι πράσινοι, μαλακοί ή σκληροί, υελώδεις και γυαλιστεροί και πολλές φορές έχουν επικαλυφθεί από γκρι, πράσινα, ακόμη και μπλε μεταγενέστερα ορυκτά. Οι περισσότεροι από τους περιδοτίτες της Βάλια Κάλντα περιέχουν λίγο σερπεντίνη.
Όταν οι περιδοτίτες της Βάλια Κάλντα τοποθετήθηκαν πάνω στην Ευρώπη, ακόμη και ύστερα από την εξαφάνιση της Τηθύος, οι πλάκες της Αφρικής και της Ευρώπης συνέχισαν να ωθούν η μία την άλλη. Η ώθηση αυτή έκανε τα πετρώματα της Βάλια Κάλντα να ολισθήσουν και να βρεθούν πάνω σε πετρώματα νεότερης ηλικίας. Αυτά τα πετρώματα ονομάζονται φλύσχης και αποτελούνται από ιζήματα τα οποία προκύπτουν από τη διάβρωση της Ευρωπαϊκής ηπείρου και μέσω ρευμάτων οδηγούνται μακριά από τις εκβολές των ποταμών. Τα παραπάνω πετρώματα είναι μαλακά, γκρι-κίτρινα και αποτελούνται κυρίως από ιλύ, άργιλο και άμμο. Ο φλύσχης και ο ασβεστόλιθος εμφανίζονται στα κατώτερα σημεία της κοιλάδα της Βάλια Κάλντα.

Τα οικοσυστήματα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου είναι αποτέλεσμα εκατομμυρίων χρόνων γεωλογικής ιστορίας και χωρίς την ορθή διαχείριση και προστασία θα μπορούσαν να αλλοιωθούν ανεπανόρθωτα σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα.

«Όταν καθόμαστε κάτω από τη σκιά ενός πλατάνου -μια μορφή ζωής που άλλαξε ελάχιστα από την εποχή που ζούσαν οι δεινόσαυροι- μοιραζόμαστε τουλάχιστον 100 εκατομμύρια έτη ιστορίας».

«Παρακολουθώντας ένα βουνό σαν τον Όρλιακα, παρακολουθούμε 80 εκατομμύρια χρόνια ιστορίας με μια ματιά».

Dr. Annie Rassios, Γεωλόγος του ΙΓΜΕΜ Δυτικής Μακεδονίας